Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Γενικές Αρχές Δημοσίων Συμβάσεων.

Οι αναθέτοντες φορείς αντιμετωπίζουν τους οικονομικούς φορείς ισότιμα και χωρίς διακρίσεις και ενεργούν με διαφάνεια, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας, της αμοιβαίας αναγνώρισης, της προστασίας των δικαιωμάτων των ιδιωτών, της προστασίας του ανταγωνισμού, της προστασίας του περιβάλλοντος και της βιώσιμης και αειφόρου ανάπτυξης και λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων.

Ο σχεδιασμός των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων δεν γίνεται με σκοπό την εξαίρεσή τους από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος βιβλίου (άρθρα 3 έως 221) ή τον τεχνητό περιορισμό του ανταγωνισμού. Ο ανταγωνισμός θεωρείται ότι περιορίζεται τεχνητά όταν οι διαδικασίες σύναψης συμβάσεων έχουν σχεδιαστεί με σκοπό την αδικαιολόγητα ευνοϊκή ή δυσμενή μεταχείριση ορισμένων οικονομικών φορέων.».

Ι. Αρχή της ίσης μεταχείρισης ή της απαγόρευσης των διακρίσεων

Αρχή της ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζομένων και της αποφυγής των διακρίσεων με βάση την εθνικότητα εμπεριέχεται στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ήδη ΣυνθΛΕΕ, άρθρο 10) και εξειδικεύθηκε στο πλαίσιο των δημοσίων συμβάσεων με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου: «η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιβάλλει παρόμοιες καταστάσεις να μην αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό και διαφορετικές καταστάσεις να μην αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο, εκτός εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται αντικειμενικώς».

Το Δικαστήριο της ΕΕ είχε αποφανθεί από πολύ νωρίς ότι η υποχρέωση τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης αποτελεί τον πυρήνα της Οδηγίας για τις δημόσιες συμβάσεις.

Η αρχή της ίσης μεταχείρισης, όπως διαμορφώθηκε από τη νομολογία του Δικαστηρίου, έχει βρει εφαρμογή ιδίως όταν, ελλείψει ενός ρητού ειδικού κανόνα, έρχεται να συμπληρώσει τις ρητές διατάξεις της Οδηγίας ή όταν ερμηνεύει τέτοιες ρητές διατάξεις.

η νομολογία του ΔΕΕ τονίζει ότι, προς επίτευξη του σκοπού της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών και του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού εντός όλων των κρατών μελών,, το δίκαιο της Ένωσης εφαρμόζει, μεταξύ άλλων, την αρχή της ίσης μεταχείρισης των προσφερόντων ή υποψηφίων.

Η αρχή αυτή συνδέεται με την αρχή της διαφάνειας.

Οι εν λόγω αρχές σημαίνουν, ιδίως, ότι στους διαγωνιζομένους πρέπει να επιφυλάσσεται ίση μεταχείριση τόσο κατά τον χρόνο που ετοιμάζουν τις προσφορές τους, όσο και κατά τον χρόνο που οι προσφορές τους αποτιμώνται από την αναθέτουσα αρχή.

Η σημασία δε που αποδίδεται από την ενωσιακή έννομη τάξη στην αρχή της ίσης μεταχείρισης και της συνακόλουθης αρχής της διαφάνειας, είναι εμφανής στη διατύπωση της νομολογίας του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία οι αρχές αυτές «αποτελούν τη βάση των Οδηγιών των σχετικών με τις διαδικασίες σύναψης των δημοσίων συμβάσεων», «το δε καθήκον των αναθετουσών αρχών να τηρούν τις αρχές αυτές αποτελεί την ίδια την ουσία των Οδηγιών αυτών»

η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει κυρίως ότι οι κανόνες του παιχνιδιού πρέπει να είναι γνωστοί σε όλους τους υποψήφιους αναδόχους και να εφαρμόζονται σε όλους με τον ίδιο τρόπο.

 όλες οι προσφορές πρέπει να συμμορφώνονται προς τις προδιαγραφές της συγγραφής υποχρεώσεων, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική σύγκρισή τους. Εάν μια αναθέτουσα αρχή λάβει υπόψη τροποποίηση μιας μόνον προσφοράς μετά την αποσφράγιση των προσφορών, ο συγκεκριμένος υποψήφιος έχει ευνοηθεί

Η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων ή της ίσης μεταχείρισης έχει εφαρμογή σε όλα τα στάδια της διαδικασίας σύναψης δημόσιας σύμβασης, από την σύνταξη των όρων της διακήρυξης μέχρι και την εκτέλεση της συναφθείσας σύμβασης.

ΙΙ. Αρχή της διαφάνειας

Σκοπός της αρχής: να αποκλείσει τον κίνδυνο ευνοιοκρατίας και αυθαιρεσίας εκ μέρους του αναθέτοντος φορέα

Άρα, προτίμηση ανοικτών διαδικασιών και χρήση σαφών κριτηρίων επιλογής των προσφορών καθώς και έλεγχος του αμερόληπτου χαρακτήρα των διαδικασιών διαγωνισμού, ύπαρξη αποτελεσματικών και ταχέων ενδίκων βοηθημάτων κατά των αποφάσεων που παραβιάζουν το δίκαιο στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων.

Η αρχή της διαφάνειας συνεπάγεται όχι μόνον τη δημοσιότητα των όρων της διακήρυξης αλλά και ότι όλοι οι όροι και οι λεπτομέρειες διεξαγωγής του διαγωνισμού πρέπει να είναι διατυπωμένοι με σαφήνεια, με ακρίβεια και χωρίς αμφισημία στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων, ώστε, αφενός, να παρέχουν σε όλους τους ευλόγως ενημερωμένους και επιδεικνύοντες τη συνήθη επιμέλεια διαγωνιζομένους τη δυνατότητα να κατανοούν το ακριβές περιεχόμενο των εν λόγω όρων και λεπτομερειών και να τους ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο και, αφετέρου, να καθιστούν δυνατό τον εκ μέρους του αναθέτοντος φορέα αποτελεσματικό έλεγχο του αν οι προσφορές των διαγωνιζομένων ανταποκρίνονται στα κριτήρια που διέπουν την εν λόγω σύμβαση.

Άρα, σαφής και ακριβή μνεία των ελάχιστων όρων συμμετοχής στη διαγωνιστική διαδικασία στη ίδια τη Διακήρυξη, χωρίς να αρκεί η παραπομπή μέσω της Διακήρυξης σε διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας

Υποχρέωση του αναθέτοντος φορέα από την αρχή της διαφάνειας να ακολουθεί την ίδια ερμηνεία των κριτηρίων ανάθεσης σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και τέλος κατά την αξιολόγηση των προσφορών τα κριτήρια αυτά να εφαρμόζονται κατά τρόπο αντικειμενικό και ενιαίο για όλους τους προσφέροντες.

Οι διαγωνιζόμενοι έχουν υποχρέωση να προσκομίσουν μόνον τα απαιτούμενα από τη διακήρυξη πιστοποιητικά, ή τα πιστοποιητικά που αξιώνει άλλη διάταξη, στην οποία αυτή ρητά παραπέμπει, και όχι πιστοποιητικά, τα οποία προβλέπονται μεν σε άλλους νόμους, πλην όμως δεν ζητούνται ρητά από τη διακήρυξη του συγκεκριμένου διαγωνισμού.

δεν επιτρέπεται να αιφνιδιάζουν τους συμμετέχοντες υποχρεώνοντάς τους να προσκομίσουν διαφορετικά δικαιολογητικά από αυτά που απαιτεί η διακήρυξη.

Μάλιστα, το κανονιστικό πλαίσιο που θέτει η διακήρυξη για τη διεξαγωγή της διαδικασίας του διαγωνισμού ανάθεσης δημόσιας σύμβασης, δεσμεύει τον αναθέτοντα φορέα και τους διαγωνιζόμενους και κατισχύει κάθε άλλης διάταξης που ρυθμίζει τα σχετικά ζητήματα με διαφορετικό τρόπο.

ΙΙΙ. Αρχή αναλογικότητας

Η αρχή της αναλογικότητας περιλαμβάνει το στοιχείο της προσφορότητας, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας με τη στενή έννοια.

Το μέτρο είναι κατάλληλο όταν με αυτό μπορεί να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός.

Το μέτρο είναι αναγκαίο όταν δεν είναι δυνατή η επιλογή ενός άλλου, εξίσου δραστικού μέτρου, το οποίο να περιορίζει σε λιγότερο βαθμό ή και καθόλου την ελευθερία. Δεν πρέπει να επιβαρύνεται υπέρμετρα ο ενδιαφερόμενος. Έτσι για παράδειγμα, ένα κράτος μέλος ή ένας αναθέτων φορέας δεν μπορεί να απαιτήσει δυσανάλογες και υπερβολικές τεχνικές, επαγγελματικές ή χρηματοοικονομικές ικανότητες κατά την επιλογή των υποψηφίων.

IV. Αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης

Σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, ένα κράτος μέλος οφείλει να δέχεται τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που παρέχονται από τους οικονομικούς φορείς άλλων κρατών μελών, στο μέτρο που τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες πληρούν με ισοδύναμο τρόπο τους θεμιτούς στόχους τους οποίους επιδιώκει το κράτος μέλος προορισμού.

Επίσης, το κράτος μέλος, στο οποίο πραγματοποιείται η υπηρεσία ή παρέχεται το αγαθό, πρέπει να αποδέχεται τις τεχνικές προδιαγραφές, τους ελέγχους, τους τίτλους, τα πιστοποιητικά και τα προσόντα που απαιτούνται σε ένα άλλο κράτος μέλος, στο μέτρο που αναγνωρίζονται ως ισοδύναμα με εκείνα, τα οποία απαιτούνται από το κράτος μέλος στο οποίο πραγματοποιείται η παροχή.

V. Αρχή της προστασίας του περιβάλλοντος και της βιώσιμης και αειφόρου ανάπτυξης

Με την αρχή της αειφορίας τίθενται όρια στην οικονομική ανάπτυξη χάριν της προφύλαξης του φυσικού κεφαλαίου.

Ιδίως, τα δημόσια έργα, οσοδήποτε επιθυμητός και αν είναι ο αναπτυξιακός σκοπός τους, καθίστανται βιώσιμα μόνο εφόσον δεν προκαλούν κίνδυνο βλάβης του περιβάλλοντος. Με άλλα λόγια, το τεχνικό έργο ή η δραστηριότητα πρέπει να συνιστούν «βιώσιμο τεχνικό έργο» ή «βιώσιμη αναπτυξιακή δραστηριότητα», αντίστοιχα, υπό την έννοια ότι επιβάλλεται να υπακούουν στις αρχές της πρόληψης της περιβαλλοντικής ζημίας και του σεβασμού της φέρουσας ικανότητας της περιοχής και των ευπαθών οικοσυστημάτων. Άρα, βιώσιμο είναι το τεχνικό έργο «που έχει περιορισμένες ή, τουλάχιστον, αναστρέψιμες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, οι οποίες ενσωματώνονται στη φέρουσα ικανότητα της περιοχής όπου αυτό εκτελείται, δίχως να την υποβαθμίζουν και να εξαντλούν τους φυσικούς της πόρους ή να προσβάλλουν τα γειτονικά ευπαθή οικοσυστήματα κατά τρόπο ανεπανόρθωτο».

VI. Αρχή του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού

Ο ελεύθερος και πραγματικός ανταγωνισμός νοθεύεται ή και αναιρείται στις περιπτώσεις υιοθέτησης κοινής στάσης από τους ανταγωνιστές οικονομικούς φορείς, συνεννόηση μεταξύ των συμμετεχουσών σε διαγωνισμό εργοληπτικών επιχειρήσεων προς αποφυγή πραγματικού συναγωνισμού, ή στην περίπτωση του προκαθορισμού των τιμών προσφοράς ή της κατανομής της αγοράς. Πρόκειται για μορφή οριζόντιας συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής, με σκοπό τον καθορισμό ενιαίας πολιτικής τιμών στις προσφορές ή την προσυνεννόηση των διαγωνιζόμενων επιχειρήσεων με σκοπό την κατανομή των διαφόρων συμβάσεων..

Η έννοια του πραγματικού ή αποτελεσματικού ανταγωνισμού στο δίκαιο των δημοσίων διαγωνισμών περικλείει αυτονοήτως και την προστασία του μυστικού ανταγωνισμού. Η αρχή της μυστικότητας των προσφορών λ.χ. μπορεί να καταστρατηγηθεί και στην περίπτωση της ακύρωσης και επανάληψης του διαγωνισμού μετά την αποσφράγιση των προσφορών, αφού η πρώτη μειοδότρια εταιρία βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση και μπορεί να ακακηρυχθεί και πάλι μειοδότρια σε μια προσφορά, η οποία θα είναι μικρότερη της αρχικής.

Η αρχή παραβιάζεται από τη συμμετοχή δύο θυγατρικών επιχειρήσεων στον ίδιο διαγωνισμό. Η «μητρική» εταιρία δημιουργεί άνισες συνθήκες ανταγωνισμού υπέρ αυτής, αφού γνωρίζει και τις προσφορές και των άλλων εταιριών και διεκδικεί με μεγαλύτερες πιθανότητες την κατακύρωση του διαγωνισμού σε αυτή.

Περιπτώσεις συμμετοχής στην ίδια διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης οικονομικών φορέων που ο ένας συμμετέχει στο εταιρικό ή μετοχικό κεφάλαιο του άλλου.

Η αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού στο δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων :

  1. έχει την έννοια ότι τα κριτήρια συμμετοχής σε διαγωνισμό, μειοδοτικό ή πλειοδοτικό, και επιλογής του αναδόχου πρέπει να είναι αμερόληπτα, δηλαδή ίσα για όλους, σαφή και εφικτά, δηλαδή πραγματικά ή πραγματοποιήσιμα.
  2. Απαγορεύεται η κατά παράβαση των κειμένων διατάξεων αποφυγή ενός δημοσίου διαγωνισμού
  3. Απαγορεύεται η διαμόρφωση της διαγωνιστικής διαδικασίας κατά τρόπο που να αποκλείονται εκ των πραγμάτων νεοιδρυθείσες επιχειρήσεις ανταγωνιστές στη σχετική αγορά προϊόντων-υπηρεσιών (newcomers) χωρίς αντικειμενικό λόγο,
  4. Απαγορεύεται η διαμόρφωση των τεχνικών προδιαγραφών κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να περιορίζεται δραστικά η συμμετοχή ανταγωνιστικών επιχειρήσεων ή να επικεντρώνεται η ζήτηση σε μια και μόνον ή σε μερικές κατά αδικαιολόγητο αποκλεισμό των άλλων,
  5. Απαγορεύονται πρακτικές εύνοιας προς τις συμμετέχουσες στον διαγωνισμό επιχειρήσεις, όπως η επιλεκτική προώθηση πληροφοριών ή αποκλίσεις στη διαγωνιστική διαδικασία υπέρ ορισμένου υποψηφίου φορέα,
  6. Απαγορεύονται προσφορές που συνιστούν απαγορευμένη σύμπραξη (συμπαιγνία)
  7. Απαγορεύονται συμφωνίες που νοθεύουν τον ανταγωνισμού μέσω του τεχνητού περιορισμού των συμμετεχόντων στον συγκεκριμένο δημόσιο διαγωνισμό ή συμφωνίες που περιορίζουν το περιεχόμενο των προσφορών μέσω προσβολής του μυστικού ανταγωνισμού, λ.χ. συμφωνίες ανταλλαγής των τεχνικών και οικονομικών στοιχείων ενός διαγωνισμού με αποτέλεσμα την υποβολή εικονικών προσφορών.

Ο αναθέτων φορέας είναι καταρχήν ελεύθερος, να διαμορφώνει, κατά την κρίση του, τους όρους της διακήρυξης για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων με βάση τις ανάγκες και την σκοπιμότητα χρήσης,

Η θέσπιση με την διακήρυξη των προδιαγραφών, που κρίνει πρόσφορες ή αναγκαίες για την καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών του, δεν παραβιάζει τους κανόνες του ανταγωνισμού εκ μόνου του λόγου ότι συνεπάγεται αδυναμία συμμετοχής στον διαγωνισμό ή καθιστά ουσιωδώς δυσχερή την συμμετοχή σ’ αυτόν τινών διαγωνιζομένων, δεδομένου ότι από την φύση τους οι απαιτήσεις της διακήρυξης περιορίζουν τον κύκλο των δυναμένων να συμμετάσχουν στον διαγωνισμό προσώπων, η δε σκοπιμότητα της θέσπισής τους εν γένει απαραδέκτως αμφισβητείται από τον προτιθέμενο να μετάσχει στον διαγωνισμό.

Ελέγχονται, όμως, και στην περίπτωση αυτή, από απόψεως της τηρήσεως της τήρησης του εγχώριου κι ενωσιακού δικαίου και περαιτέρω της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων καθώς και της αρχής της αναλογικότητας.

VII. Η οριζόντια ρήτρα του άρθρου 18 παρ.2

Η παράγραφος 2 του άρθρου 18 του ν. 4412/2016 εισάγει μία νέα πρόβλεψη η οποία, παρά το γεγονός ότι έχει ενταχθεί στο άρθρο περί των γενικών αρχών, αποτελεί περισσότερο μία οριζόντια ρήτρα.

Το περιεχόμενο της ρήτρας αυτής, με προέλευση από την Οδηγία 2014/25/ΕΕ, περιλαμβάνει καταρχήν την επιβολή στα κράτη μέλη της υποχρέωσης να λάβουν κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις στους τομείς του περιβαλλοντικού, κοινωνικοασφαλιστικού και εργατικού δικαίου, λόγω της ενδεδειγμένης ένταξης περιβαλλοντικών, κοινωνικών και εργασιακών απαιτήσεων στις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων.

VIII. Η Αρχή της τυπικότητας

Ο αναθέτων φορέας, θεσπίζοντας τους όρους της διακήρυξης αυτοδεσμεύεται και είναι υποχρεωμένος να τους εφαρμόσει χωρίς παρεκκλίσεις, η δε παράβαση των όρων αυτής οδηγεί σε ακυρότητα των εγκριτικών πράξεων του αποτελέσματος του διαγωνισμού.

Και οι διαγωνιζόμενοι πρέπει να τηρούν απολύτως τους όρους της διακήρυξης και να υποβάλουν την προσφορά τους σύμφωνα με αυτούς.

Με βάση την αρχή της τυπικότητας της διαγωνιστικής διαδικασίας, όλες οι διατάξεις της διακήρυξης, που αφορούν τους τύπους, οι οποίοι πρέπει να τηρηθούν κατά τη διαδικασία αυτή, καθιερώνουν ουσιώδους όρους (τύπους) με εξαίρεση εκείνους για τους οποίους προκύπτει το αντίθετο, η δε παράβαση αυτών συνεπάγεται το απαράδεκτο της προσφοράς που υποβλήθηκε από τον υποψήφιο.

Τυχόν δε μη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις της διακήρυξης επάγεται τον αποκλεισμό του διαγωνιζομένου, ακόμη και αν η οικεία προκήρυξη δεν διαγράφει ρητά τη συνέπεια αυτή.

Έτσι, σε περίπτωση που η ίδια η διακήρυξη χρησιμοποιεί όρους, όπως «με ποινή αποκλεισμού…», «με ποινή απαραδέκτου….», «οι συμμετέχοντες πρέπει…» ή άλλους παρόμοιους, είναι προφανές ότι οι όροι αυτοί θεωρούνται ουσιώδεις και συνεπώς οποιαδήποτε απόκλιση της προσφοράς από αυτούς οδηγεί σε απόρριψή της.

Ο αποκλεισμός του υποψήφιου, η προσφορά του οποίου δεν είναι σύμφωνη με τους όρους της διακήρυξης δεν καταλείπεται στη διακριτική ευχέρεια του αναθέτοντος φορέα, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στην έκδοση της σχετικής πράξης αποκλεισμού. Επομένως, δεν μπορούν να προβληθούν βάσιμα λόγοι ότι ο αποκλεισμός του υποψηφίου από τον διαγωνισμό στην περίπτωση αυτή έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της αναλογικότητας, ή έγινε καθ’ υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας και κατά κατάχρηση εξουσίας των οργάνων του διαγωνισμού.

Σχετική αρθρογραφία:

Εταιρείες
Κωνσταντίνος Μεϊντής

Η ευθύνη των ομόρρυθμων εταίρων

Εισαγωγή Η ομόρρυθμη εταιρεία υπαγόμενη ειδικότερα στην κατηγορία των προσωπικών εταιρειών συνιστά ένωση προσωπικών εταιρειών συνιστά ένωση προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκει εμπορικό σκοπό

Read More »
Διαγωνισμοί
Κωνσταντίνος Μεϊντής

Γιατί χρήζει μεταρρύθμισης το νομικό πλαίσιο δημοσίων συμβάσεων;

Οι διαδικασίες ανάθεσης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων στην Ελλάδα χαρακτηρίζονται από αναποτελεσματικότητα, με μεγάλους χρόνους υλοποίησης, με μακροχρόνιες δικαστικές και προδικαστικές διαδικασίες και χαμηλή ποιότητα

Read More »
Προσωπικά Δεδομένα
Κωνσταντίνος Μεϊντής

7 συχνές ερωτήσεις για τον ορισμό DPO

Ο Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων (DPO) διευκολύνει τη συμμόρφωση του υπευθύνου επεξεργασίας και του εκτελούντος την επεξεργασία με τις διατάξεις του ΓΚΠΔ και μεσολαβεί μεταξύ των διαφόρων

Read More »
Εταιρείες
Κωνσταντίνος Μεϊντής

Η οικονομική διάσταση του Franchising

Κάθε σύμβαση Franchising περιέχει τρία κύρια οικονομικά στοιχεία: Το οικονομικό κόστος που συνεπάγεται για τον λήπτη η ένταξη του στο δίκτυο franchising του Δότη και

Read More »
Θέλεις να συμμετέχεις σε δημόσιους διαγωνισμούς;

Κάνε εγγραφή για να λαμβάνεις άμεση ενημέρωση.